II. Ουσιοκρατικοι Ορισμοι

Είναι σαφές για μένα ότι ο καθηγητής Parrinder, ο καθηγητής Pocock και ο αιδεσιμότατος Drury έχουν ο καθένας τους προτείνει τα κριτήρια με τα οποία ένα φαινόμενο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως θρησκευτικό βάσει της ουσιοκρατικής αντίληψης. Με αυτό εννοώ ότι οι ανωτέρω καθηγητές παρέχουν διάφορα επιχειρήματα προκειμένου να περιοριστεί η εφαρμογή του όρου «θρησκεία» σε φαινόμενα που παρουσιάζουν συγκεκριμένες ιδιότητες οι οποίες δεν εμφανίζονται μαζί με άλλα φαινόμενα.

Η επικρατέστερη μορφή των ουσιοκρατικών ορισμών υποστηρίζει ότι η θρησκεία έχει μια ουσία ή μια ουσιώδη φύση η οποία μπορεί να γίνει γνωστή για κάποιους μόνο μέσω διαίσθησης και ενδοσκόπησης. Έτσι, ο Rudolf Otto ισχυρίστηκε ότι η θρησκεία είναι ένα «…αρχέγονο στοιχείο της ψυχικής μας φύσης το οποίο είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητό αποκλειστικά μέσα στη μοναδικότητά του και δεν μπορεί να εξηγηθεί από οτιδήποτε άλλο». (Η Ιδέα του Ιερού. Harmondsworth, Penguin Books, 1950, σελ. 141.) Κατά τη γνώμη του, η μοναδικότητα των θρησκευτικών εμπειριών βρίσκεται στις ριζοσπαστικές διαφορές τους από όλες τις άλλες εμπειρίες: αυτές ήταν οι εμπειρίες τού «ολότελα διαφορετικού». Τα στοιχεία της κυκλικότητας και του άχρονου σε αυτό το είδος της λογικής είναι προβληματικά και έχουν αποθαρρύνει τους περισσότερους ειδήμονες των κοινωνικών επιστημών από τη χρήση ουσιοκρατικών ορισμών. Οι πόλοι έλξης ωστόσο είναι αδιαμφισβήτητοι.

Οι ειδήμονες των κοινωνικών επιστημών είναι πιο συχνά διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν «συνομολογούμενους» ορισμούς για τη θρησκεία. Με αυτό τον τρόπο έχουν καθορίσει ότι, για τους σκοπούς τους και χωρίς να ισχυρίζονται ότι οι απόψεις τους έχουν καθολική ισχύ, η «θρησκεία» θα προσδιορίζεται μέσω της αναφοράς σε ορισμένα χαρακτηριστικά. Για τον ανθρωπολόγο M. Spiro, π.χ., η θρησκεία είναι «ένας θεσμός που συνίσταται στην πολιτισμικώς μοτιβοποιημένη αλληλεπίδραση με υπεράνθρωπα όντα που στο πλαίσιο του πολιτισμού έχουν θεωρηθεί αξιωματικά ότι υπάρχουν». («Θρησκεία: Προβλήματα ορισμού και εξήγησης» στο βιβλίο Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις για τη Μελέτη της Θρησκείας, επιμέλεια M. Banton. Λονδίνο, Tavistock, 1966, σελ. 96.) Δεν επιμένουν, όμως, όλοι οι ειδήμονες των κοινωνικών επιστημών στην αναφορά στα «υπεράνθρωπα όντα». Ο P.Worsley, ένας άλλος ανθρωπολόγος, θεωρεί πιο χρήσιμο να ορίσουμε τη θρησκεία ως μια «διάσταση πέρα από την εμπειρική-τεχνική σφαίρα». (Η Τρομπέτα Θα Ηχήσει. Λονδίνο, MacGibbon & Kee, 1957, σελ. 311.) Την προτίμηση αυτή για έναν ουσιοκρατικό, αλλά αρκετά περιεκτικό, ορισμό συμμερίζονται πολλοί κοινωνιολόγοι. Ο γνωστός και έγκυρος ορισμός του R. Robertson, για παράδειγμα, ορίζει ότι:

Ο θρησκευτικός πολιτισμός είναι το σύνολο των πεποιθήσεων και συμβόλων … που αναφέρονται στη διάκριση ανάμεσα στην εμπειρική και την υπερ-εμπειρική, υπερβατική πραγματικότητα: τα ζητήματα της εμπειρικής πραγματικότητας είναι υποδεέστερα σε σημασία από τα ζητήματα της μη εμπειρικής πραγματικότητας. Κατά δεύτερον, ορίζουμε τη θρησκευτική δράση απλώς ως: τη δράση που διαμορφώθηκε από την αναγνώριση της διάκρισης μεταξύ της εμπειρικής/υπερ-εμπειρικής πραγματικότητας. (Η Κοινωνιολογική Ερμηνεία της Θρησκείας. Οξφόρδη, Blackwell, 1970, σελ. 47.)

Δε θα εξυπηρετούσε κάποιον καλό σκοπό η προσθήκη περαιτέρω παραδειγμάτων από συνομολογούμενους ουσιοκρατικούς ορισμούς, καθώς τα αναφερόμενα παραδείγματα είναι αντιπροσωπευτικά των συνηθισμένων τρόπων με τους οποίους ορίζεται η θρησκεία για τον σκοπό της ανάλυσης στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών.

Η χρήση των κριτηρίων ορισμού της θρησκείας που δηλώνονται με σαφήνεια στους ορισμούς των Spiro, Worsley και Robertson, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η Σαηεντολογία πληροί τις προϋποθέσεις ως θρησκεία για τους σκοπούς της ανάλυσης στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Η φιλοσοφία του ανθρώπου που υπάρχει στη βάση της θεωρεί ότι το άτομο αποτελείται από ένα υλικό σώμα και ένα μη-υλικό πνεύμα που απολαμβάνει αθάνατη ζωή σε μια μη εμπειρική σφαίρα.

Η χρήση των κριτηρίων ορισμού της θρησκείας που δηλώνονται με σαφήνεια στους ορισμούς των Spiro, Worsley και Robertson, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η Σαηεντολογία πληροί τις προϋποθέσεις ως θρησκεία για τους σκοπούς της ανάλυσης στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Η φιλοσοφία του ανθρώπου που υπάρχει στη βάση της θεωρεί ότι το άτομο αποτελείται από ένα υλικό σώμα και ένα μη-υλικό πνεύμα που απολαμβάνει αθάνατη ζωή σε μια μη εμπειρική σφαίρα. Πίστη στην πραγματικότητα του θήταν είναι μια λογική προϋπόθεση για την εγγραφή στις ιεροτελεστίες της Σαηεντολογίας, τα μαθήματα πρακτικής εξάσκησης, τις συμβουλευτικές υπηρεσίες και τα προγράμματα κοινωνικής αναμόρφωσης. Δε θα υπήρχε πειστική αιτιολόγηση για τις συγκεκριμένες μορφές της θρησκείας της Σαηεντολογίας αν απουσίαζε η πίστη στην ύπαρξη και στην υπεροχή τής μη εμπειρικής, υπερβατικής πραγματικότητας. Πράγματι, κατά τον συγγραφέα της πιο έγκυρης κοινωνιολογικής ανάλυσης της Σαηεντολογίας, ο ιδρυτής και ηγέτης του κινήματος προοδευτικά προσανατολίστηκε όλο και πιο πολύ σε ερωτήματα σχετικά με την προέλευση του θήταν, τη γνώση σχετικά με προηγούμενες ζωές και «τις υπερφυσικές ικανότητες που το άτομο μπορεί να αποκτήσει μέσα από την πρακτική της Σαηεντολογίας». (R. Wallis, Ο Δρόμος προς την Πλήρη Ελευθερία. Λονδίνο, Heinemann, 1976, σελ. 124.)

Η διάκριση μεταξύ της εμπειρίας και της υπέρβασης θα καθορίσουν και θα καθοδηγήσουν τις ενέργειες ενός αφοσιωμένου Σαηεντολόγου. Ο Καθηγητής Parrinder έχει δείξει με αποτελεσματικό τρόπο πώς οι ιεροτελεστίες της Σαηεντολογίας ενσαρκώνουν το στοιχείο της λατρείας και της ευλάβειας το οποίο είναι σύμφωνο με τις βασικές διδασκαλίες για τη μη εμπειρική πραγματικότητα, και ο Καθηγητής Pocock έχει τονίσει τον σαφή παραλληλισμό που υφίσταται μεταξύ της Σαηεντολογίας και των Ιερών Παραδόσεων της ινδουιστικής και της βουδιστικής θρησκείας, όσον αφορά την παρόμοια κατανόηση της έμφυτης σχέσης μεταξύ των θεών ή των πνευμάτων και της ανθρωπότητας.

III. Συμπέρασμα
ΚΑΝΤΕ ΛΗΨΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΗΣ ΒΙΒΛΟΥ