Πώς να Παραμείνεις Υγιής | Κέντρο Πληροφόρησης για την Πρόληψη

V. Οι Κοινωνικές και Ηθικές Λειτουργίες της Θρησκείας

V.I. Η Συγχρονη Κοινωνια και οι Μεταβαλλομενεσ Κοινωνικες Λειτουργιεσ

Αφού απομακρυνθούμε από τα αμετάβλητα στοιχεία που προέκυψαν από την παραδοσιακή αλλά προφανώς ξεπερασμένη χριστιανική αντίληψη για το τι θα μπορούσε να συνιστά θρησκεία, μπορεί να αναφερθούμε εν συντομία στα χαρακτηριστικά της θρησκείας στα οποία δίνεται έμφαση στις μη-κανονιστικές κοινωνιολογικές μελέτες γύρω από το θέμα. Οι κοινωνικοί επιστήμονες δίνουν έμφαση στις λειτουργίες που επιτελούν οι θρησκείες, χωρίς να αγνοούν τη σπουδαιότητα του ενδιαφέροντος σχετικά με την ουσία του υπερφυσικού (ή αυτού που υπερβαίνει την εμπειρία). Μια θρησκεία δημιουργεί, ενισχύει ή προωθεί την κοινωνική αλληλεγγύη εντός της ομάδας και παρέχει σ’ αυτή την ομάδα μια αίσθηση ταυτότητας. Παρέχει, όπως λέει ο Πίτερ Μπέργκερ, «ένα σύμπαν νοημάτων το οποίο έχει κατασκευαστεί από τον άνθρωπο», το οποίο γίνεται το διανοητικό και ηθικό πλαίσιο βάσει του οποίου οι ιδέες και οι ενέργειες μπορούν να αξιολογηθούν. Αν η θρησκεία κατ’ ανάγκη εγκαταλείπει –μπροστά στην ανάπτυξη της επιστήμης– ορισμένες θεωρίες περί δημιουργίας και κοσμολογίας, εξακολουθεί να προσφέρει μια εξήγηση για τους σκοπούς που ενυπάρχουν τόσο στο σύμπαν όσο και στη ζωή του ανθρώπου.

V.ΙΙ. Η Συγχρονη Θρησκεια και η Ηθικη της Υπευθυνοτητασ

Καθώς ο γενικός πληθυσμός του Δυτικού κόσμου μορφώνεται όλο και περισσότερο, οι σύγχρονες θρησκείες έχουν την τάση να δίνουν λιγότερη έμφαση στα δόγματα που σχετίζονται με τον Θεό, τη δημιουργία, την αμαρτία, την ενσάρκωση, την ανάσταση κ.λπ., και να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε πράγματα, όπως η ηθική της κοινωνικής και της προσωπικής υπευθυνότητας, η παροχή μιας αίσθησης απώτατου νοήματος και σκοπού, η πηγή προσωπικής καθοδήγησης και ο δρόμος προς την προσωπική ολοκλήρωση σ’ αυτόν τον κόσμο.

V.ΙΙΙ. Η Συγχρονη Θρησκεια και η Ενασχοληση
Με τα Κοινωνικα Προβληματα

Η αυξημένη ενασχόληση με την ποιμαντική φροντίδα ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα στη Βρετανία, αλλά τώρα εκδηλώνεται με πολλές νέες μορφές εξειδικευμένων ποιμαντικών υπηρεσιών, όπως η ποιμαντορική σε χώρους εργασίας και η εργασία σε νοσοκομεία και φυλακές, και η εξειδικευμένη συμβουλευτική, όπως, για παράδειγμα, στη συμβουλευτική γάμου, τη χριστιανική θεραπεία και την εργασία με τοξικομανείς και πιθανούς αυτόχειρες. Συμβουλές για τη σωματική και την ψυχική υγεία, τα σεξουαλικά και τα οικογενειακά προβλήματα, την εκπαίδευση και τις εργασιακές σχέσεις έχουν γίνει σχεδόν αναπόσπαστο τμήμα της θρησκευτικής φιλολογίας πολλών δογμάτων, και μάλιστα εμφανέστερα σε σχετικά πρόσφατα ιδρυθείσες σέκτες και αιρέσεις.

V.IV. Η Συγχρονη Θρησκεια και η Βελτιωση της Ζωησ

Σε κάποια νέα θρησκευτικά κινήματα δίνεται σαφής έμφαση στον ισχυρισμό ότι προσφέρουν στους ανθρώπους μια αίσθηση νοήματος και σκοπού στη ζωή. Αυτά τα κινήματα γενικά παρέχουν ένα ολοκληρωμένο, και συχνά πολύπλοκο, σύστημα μεταφυσικής, μέσα στο οποίο οι πιστοί τους βρίσκουν απαντήσεις σε ερωτήματα έντονου ενδιαφέροντος. Σ’ αυτά τα κινήματα θα συμπεριλαμβάναμε τη Θεοσοφία, την Ανθρωποσοφία, τον Γκουρτζιεφισμό, την Πίστη Κόσμον και τη Νέα Σκέψη. Καθώς η έμφαση στη σύγχρονη κοινωνία έχει απομακρυνθεί από την ενασχόληση με τη μετά θάνατον ζωή, τα νέα κινήματα (και, σε κάποιο βαθμό, και οι παλαιότερες Εκκλησίες) έχουν φτάσει να δίνουν έμφαση σε δραστηριότητες και σκοπούς «αυτού του κόσμου» και σε γενικούς στόχους «βελτίωσης της ζωής». Ο ασκητισμός των θρησκειών, που αναπτύχθηκαν σε έναν κόσμο σπανιότητας και φυσικών καταστροφών, συνάδει λιγότερο με μια κοινωνία στην οποία υπάρχει αυξημένη αφθονία και πολύ πιο εκτεταμένος κοινωνικός σχεδιασμός για να εξαλειφθούν ή να μετριασθούν οι φυσικές ή οι κοινωνικές συμφορές. Η σύγχρονη αποδοχή των ηδονιστικών αξιών στην κοσμική κοινωνία αντικατοπτρίζεται στη θρησκεία και οι νέες θρησκείες επιδιώκουν ρητά να προσφέρουν στους ανθρώπους μια καλύτερη εμπειρία της ζωής. Η έμφαση στη θετική σκέψη έγινε ευρέως δημοφιλής στην Αμερική τη δεκαετία του 1940.

Οι ψυχολογικές τεχνικές για αυξημένη αυτοκυριαρχία, η αυτο-βελτίωση, η ανανεωμένη κινητοποίηση και η ευρύτερη δυνατότητα πνευματικού εμπλουτισμού έχουν γίνει μέρος του ρεπερτορίου πολλών θρησκευτικών κινημάτων καθώς η κοινωνία απομακρύνεται από την έγκριση των θεολογιών που δίνουν έμφαση στην αμαρτία και οι οποίες περιγράφονταν κάποτε από τις παραδοσιακές χριστιανικές Εκκλησίες.

V.V. Η Σχεση Θρησκειασ και Ηθων

Πολλές θρησκείες θέτουν κανόνες περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένους τους οποίους οι οπαδοί θα πρέπει να τηρούν. Η φύση αυτών των κανόνων, η αυστηρότητα με την οποία τίθενται και η σκληρότητα των κυρώσεων που συνδέονται μ’ αυτούς ποικίλλουν. Στον Ιουδαϊσμό, οι κανόνες διέπουν τις μικρολεπτομέρειες των τελετών και πολλές καταστάσεις που πιθανόν να προκύψουν στην καθημερινή ζωή. Στο Ισλάμ, οι θρησκευτικοί κανόνες επηρεάζουν ποικίλες καταστάσεις της ζωής και παρέχουν ένα σύστημα νομικών κανονισμών για την κοινωνία. Αλλού, οι ηθικοί κανόνες δεν προέρχονται από ξεκάθαρα θρησκευτικές πηγές – όπως στην περίπτωση της ιαπωνικής κοινωνίας. Δεν υπάρχει κανονική σχέση μεταξύ ενός συστήματος θρησκευτικού δόγματος και ενός κώδικα ηθών. Ο συνδυασμός της θρησκείας με τα ήθη στον Χριστιανισμό είναι ένα μοτίβο τέτοιας σχέσης, αλλά αυτό το μοτίβο δεν είναι τυπικό για άλλα θρησκευτικά συστήματα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα απαραίτητο μοντέλο για μια τέτοια σχέση.

V.VI. Βουδισμοσ και Ηθη

Για παράδειγμα, στον Θεραβάντα Βουδισμό υπάρχουν κανόνες για μοναχούς και μερικοί γενικοί κανόνες που επιβάλλονται στους πιστούς. Ένας βουδιστής έχει το καθήκον να μη σκοτώνει, να μην κλέβει, να μην ψεύδεται, να μη διαπράττει ανάρμοστες σεξουαλικές πράξεις και να μην πίνει οινοπνευματώδεις ουσίες. Ο Βούδας παρείχε ηθικές συμβουλές σχετικά με τα καθήκοντα του νοικοκυριού, τη συμπεριφορά προς τους φίλους και τη φροντίδα του/της συζύγου, αλλά αυτά είναι παραινέσεις για κάτι που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως κοινωνική κοινή λογική. Το άτομο πρέπει να είναι συνετό, λιτό, εργατικό, να είναι δίκαιο προς τους υπηρέτες και να επιλέγει ως φίλους του εκείνους που θα το εμποδίζουν να κάνει λάθος και θα το παροτρύνουν προς τη σωστή συμπεριφορά. Αυτές οι αρετές επιβάλλονται ως συνειδητοποιημένο προσωπικό συμφέρον· δεν υπογραμμίζονται από την έννοια όπως αυτή περιγράφεται στον Χριστιανισμό. Η αδιαφορία προς αυτές τις αρετές δε συνοδεύεται από ιδιαίτερες τιμωρίες, εκτός από τη συσσώρευση κακού κάρμα. Στον Βουδισμό το να αποφεύγει κανείς να κάνει το κακό είναι θέμα συνειδητοποιημένου προσωπικού συμφέροντος (τουλάχιστον, μακροπρόθεσμα). Η ίδια η θρησκεία δεν επιβάλλει κάποιες κυρώσεις. Δεν υπάρχει κάποια εκδικητική θεότητα. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι ενέργειες θεωρούνται αυτές που καθορίζουν την κατάσταση στην οποία θα βρεθεί το άτομο σε κάποια μελλοντική μετενσάρκωση, οι καλές πράξεις είναι σύμφωνες με το οκταπλό μονοπάτι του διαφωτισμού, αφού αυτές θα οδηγήσουν σε γεννήσεις εκ νέου κάτω από καλύτερες συνθήκες και, θεωρητικά, στην τελική υπέρβαση όλων των εκ νέου γεννήσεων και στην επίτευξη της Νιρβάνα. Έτσι, ενώ ο Βουδισμός σίγουρα περιγράφει ηθικές αξίες, στο άτομο απομένει αρκετή ελευθερία που να ταιριάζει στην ηθική του ιδιοσυγκρασία, και δεν υπόκειται στο είδος της ηθικής κατακραυγής που έχει επικρατήσει στα χριστιανικά πλαίσια.

V.VII. Χριστιανισμοσ και Ηθη

Σε πλήρη αντίθεση, ο παραδοσιακός Χριστιανισμός, μεταξύ των διαφόρων επιπέδων ηθικής διδασκαλίας του, περιλαμβάνει έναν πολύπλοκο κώδικα απαγορεύσεων, των οποίων η παραβίαση έφτασε να θεωρείται ως αμαρτία. Οι λιτές εντολές του πρώιμου Ιουδαϊσμού, σχετικά με σημαντικά αδικήματα, ενισχύθηκαν με εντολές πολύ πιο απαιτητικής χροιάς, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σεξουαλικότητα, και αυτό προήλθε τόσο από τον Ιησού όσο και από τον Παύλο. Υπήρχαν επίσης και συμβουλές για τελειότητα ενός ίσως ανέφικτου είδους («Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι» και, πιο συγκεκριμένα, εντολές να αγαπάμε τους εχθρούς μας, να συγχωρούμε «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά», να στρέφουμε και το άλλο μάγουλο κ.λπ.). Ωστόσο, ήταν με την έννοια της αμαρτίας που έφτασε ο Χριστιανισμός να περιγράψει αναλυτικά έναν ακριβή κώδικα ηθών. Ο Άνθρωπος θεωρούνταν εκ φύσεως αμαρτωλός, μια δεινή κατάσταση από την οποία μόνο η υποδειγματική αρετή και η υπεράνθρωπη θυσία του Χριστού θα μπορούσαν να τον εξιλεώσουν. Τα ελαττώματα που υποδεικνύονται στην Παλαιά Διαθήκη (τα λάθη στο τελετουργικό, τα ψευδή κίνητρα, η αδικία, η ειδωλολατρία, η ανυπακοή προς τον Θεό) επεκτάθηκαν σε ελαττώματα που αφορούν την υπευθυνότητα και τη θεμελιώδη ανεπάρκεια του ανθρώπινου χαρακτήρα και συνείδησης. Παρόλο που το δημιουργημένο σύμπαν δε θεωρούνταν εκ φύσεως αμαρτωλό από τον Αυγουστίνο, ο άνθρωπος ήταν αμαρτωλός και ο χαρακτήρας της αμαρτίας ήταν, στην ουσία, στερητικός. Αυτή η άποψη διαμόρφωσε τον μεσαιωνικό Καθολικισμό.

Η θέσπιση της ιδιωτικής εξομολόγησης, η ανάπτυξη μιας πολύπλοκης διαδικασίας για τις μετάνοιες και, αργότερα, η σύνθεση της έννοιας του Καθαρτηρίου, δείχνει την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπιζόταν η αμαρτία. Αλλά τη στιγμή που ο Καθολικισμός, αν και αποκήρυσσε σθεναρά την αμαρτία, αναγνωρίζοντας ωστόσο την αδυναμία του ανθρώπινου είδους και μεριμνώντας γι’ αυτήν μέσω της θέσπισης της εξομολόγησης, ο Προτεσταντισμός απέρριπτε αυτή τη μέθοδο για την ανακούφιση από την ενοχή. Ο Καλβινισμός ενέτεινε την προσωπική οδύνη των αμαρτωλών και θεωρείται ότι ανέπτυξε ένα σύστημα θεολογίας που οδήγησε στην εσωτερίκευση του ηθικού ελέγχου και στον σχηματισμό συνείδησης.

V.VIII. Αλλαγεσ στη Χριστιανικη Σταση Απεναντι στην Αμαρτια

Μόνο κατά τον 19ο αιώνα άρχισε να υποχωρεί η εμμονή του Χριστιανισμού με την αμαρτία. Σταθερά, κατά το πέρασμα αυτού του αιώνα, η εμμονή του Χριστιανισμού με την Κόλαση και την καταδίκη υποχώρησε αλλά, αυτή τη φορά, η κοσμική ηθική είχε αποκτήσει μια αυτόνομη επιρροή στη δημόσια ζωή. Στις αρχές του 20ού αιώνα η αυστηρότητα της Βικτοριανής ηθικής μειωνόταν σταθερά, μέχρι τη δεκαετία του 1960, όπου οι αυστηρές απαιτήσεις, ιδιαίτερα στον τομέα της σεξουαλικής συμπεριφοράς, έδωσαν τη θέση τους στη χαλαρότητα των ηθών. Έτσι, γίνεται φανερό ότι το θεωρούμενο πρότυπο της σχέσης μεταξύ της θρησκείας και της ηθικής απέχει μακράν από το να είναι σταθερό, ακόμα και στην περίπτωση του Χριστιανισμού. Ούτε αυτή η διαφοροποίηση υπάρχει μόνο ως προς τον χρόνο. Παραδείγματά της μπορεί κανείς να δει και μεταξύ δογμάτων της ίδιας εποχής. Οι στάσεις απέναντι στην ηθική, που απαντώνται μεταξύ των σημερινών ευαγγελιστών (που μπορούν να βρεθούν σε διάφορα δόγματα, συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας της Αγγλίας), συνεχίζουν να εκδηλώνουν μια έντονη εμμονή σχετικά με την αμαρτία σε πολλούς τομείς της συμπεριφοράς. Αντιθέτως, η ιδέα της αμαρτίας έχει σχεδόν ξεπεραστεί μεταξύ πολλών φιλελεύθερων κληρικών, μερικοί από τους οποίους απορρίπτουν εντελώς τους ισχυρισμούς ότι υπάρχει ένας απόλυτος κώδικας ηθικής, όπως αυτός είχε παραδοσιακά υιοθετηθεί από τις χριστιανικές Εκκλησίες, προτιμώντας να δεσμευτούν σχετικά με τη δεοντολογία γύρω από συγκεκριμένες περιστάσεις· οι προεκτάσεις αυτού μπορεί συχνά να έρχονται σε κάθετη αντίθεση με τις χριστιανικές ηθικές αρχές. Μια άλλη, εντελώς διαφορετική στάση, υιοθετήθηκε από τη Χριστιανική Επιστήμη, κατά την οποία η αμαρτία θεωρείται απλώς ως λάθος που προέκυψε από μια λανθασμένη αντίληψη της πραγματικότητας και η οποία, μαζί με την ασθένεια, πιστεύεται ότι θα έπρεπε να εξαλείφεται βάσει μιας αλλαγής από τους υλικούς προς τους πνευματικούς τρόπους σκέψης.

V.ΙΧ. Μυστηριακεσ και Ιερατικεσ Πλευρεσ του Χριστιανισμου

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και αξίες συνήθως εκφράζονται με σύμβολα, προκαθορισμένες διαδικασίες και θεσμούς, όπως υποδεικνύεται στην παράγραφο ΙΙ.Ι. παραπάνω. Ωστόσο, η μορφή αυτών των συμβόλων, των διαδικασιών και των θεσμών διαφέρουν ενώ, επιπλέον, το πρότυπο που παρέχεται από τις χριστιανικές Εκκλησίες –ένα μοντέλο που τόσο εύκολα υιοθετήθηκε από τη χριστιανική κοινωνία– είναι ανεπαρκές ως οδηγός για άλλες θρησκείες. Ο ίδιος ο Χριστιανισμός παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία μορφών έκφρασης. Υπάρχουν, δηλαδή, περισσότερες από τις απλές, τυχαίες διαφορές που υπαγορεύονται από την αισθητική ή, απλώς, από το τι είναι πιο βολικό. Συχνά, οι ίδιες οι διαφορές γίνονται θέματα βαθιάς βεβαιότητας, διαπερνώντας τον πυρήνα της θρησκευτικής πίστης. Οι κύριες θρησκευτικές παραδόσεις του κόσμου εκδηλώνουν τρομερά διαφορετικούς προσανατολισμούς, από την ιεροκρατία, τη δέσμευση να γίνονται θυσίες και μυστήρια, με άφθονα συμπληρώματα πίστης για τις αισθήσεις (όπως το θυμίαμα, ο χορός και οι εικόνες) μέχρι τον ασκητισμό και την αποκλειστική εξάρτηση από την προφορική έκφραση και την προσευχή. Και τα δύο άκρα μπορούν να απαντηθούν μέσα στον Ινδουισμό, τον Βουδισμό και τον Χριστιανισμό, ενώ, με την ορθόδοξή του έκφραση, το Ισλάμ είναι πιο ομοιογενώς ασκητικό, με τις εκδηλώσεις έκστασης να εμφανίζονται στις παρυφές του.

Ίσως να αρκεί να περιγράψουμε την επικρατούσα ποικιλομορφία στο εσωτερικό της χριστιανικής παράδοσης. Η Ρωμαϊκή Εκκλησία με την παραδοσιακή της εξέλιξη αντιπροσωπεύει την περίτεχνη χρήση ακουστικών, οπτικών και οσφρητικών αισθήσεων στην υπηρεσία της πίστης. Η Καθολική ιερουργία –αν και δεν υιοθετεί τη χρήση χορού και ναρκωτικών, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί σε άλλες παραδόσεις– έχει πολύπλοκες τελετουργίες και περίτεχνα άμφια και μυστήρια σε μια αφθονία τελετών, που σηματοδοτούν το ημερολόγιο και την ιεραρχία της Εκκλησίας, καθώς και την τελετουργική μετάβαση των ατόμων από μια κατάσταση σε μια άλλη. Σε οξεία αντίθεση με τον Ρωμαιοκαθολικισμό βρίσκεται ο Κουακερισμός, στον οποίο απορρίπτεται η έννοια του ιερατείου, η αναπαράσταση των τελετών (ακόμα και των μη-μυστηριακών εορταστικών προτύπων τελετουργίας που απαντώνται συχνά στις εκκλησίες των Προτεσταντών) όπως και η χρήση εικόνων ή αμφίων. Η έμφαση στην επάρκεια των κοσμικών ενεργειών, η απόρριψη της ιερότητας κτιρίων, τόπων, εποχών ή τελετών και βοηθημάτων για τους πιστούς, όπως τα ροζάρια και τα φυλαχτά, είναι ένα χαρακτηριστικό, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μεγάλου μέρους της Προτεσταντικής θρησκείας. Οι ευαγγελιστές (των διαφόρων δογμάτων) απορρίπτουν την ιδέα ενός ιερατείου, και οι κουάκεροι, οι αδελφοί, οι χριστάδελφοι και οι οπαδοί της Χριστιανικής Επιστήμης έχουν απορρίψει ακόμη και το επί πληρωμή ιερατείο. Οι βαπτιστές διατηρούν το βάπτισμα, αλλά και τα περισσότερα από τα άλλα δόγματα διατηρούν μια τελετή αρτοκλασίας αλλά συχνά μόνο ως εορταστικές ενέργειες υπακοής στις γραφές, όχι ως τελετές με κάποια ουσιαστική αξία.

Η θρησκεία των προτεσταντών έχει δώσει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στον γραπτό λόγο των ιερών κειμένων απ’ όσο η Καθολική πίστη, και αυτό μερικές φορές οδηγεί στο τίμημα του να γίνεται η ίδια η Βίβλος φετίχ. Έθιμα και πρακτικές παραμένουν σε όλες τις θρησκείες, αλλά αυτά είναι μερικές φορές λιτά, όπως στην περίπτωση των κουάκερων που δίνουν έμφαση μόνο στην προετοιμασία μιας χρονικής στιγμής και ενός τόπου για τη συνάντησή τους, και στην περίπτωση των χρισταδέλφων που προσπαθούν να αποφύγουν κάθε αξίωμα και θέση περιωπής σε μια κοινωνία όπου υποτίθεται ότι όλοι είναι εξίσου αφοσιωμένοι στην υπηρεσία του Θεού.

VI. Σύντομη Περιγραφή της Σαηεντολογίας
ΚΑΝΤΕ ΛΗΨΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΗΣ ΒΙΒΛΟΥ